Υπογονιμότητα

Η υπογονιμότητα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα της σύγχρονης εποχής, επηρεάζοντας περισσότερους ανθρώπους από ποτέ. Υπολογίζεται πως έως και ένα στα έξι ζευγάρια παγκοσμίως βρίσκονται αντιμέτωπα με κάποιου βαθμού υπογονιμότητα και πως αυτά τα ποσοστά έχουν αυξητική τάση για το μέλλον.

Πρόκειται για μία πολυπαραγοντική νοσολογική οντότητα, δηλαδή με πιο απλά λόγια προκαλείται από πολλούς παράγοντες, οι οποίοι συνεισφέρουν ο καθένας σε διαφορετικό βαθμό ανά περίπτωση, οδηγώντας τελικά στην εμφάνισή της. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να βρίσκονται στη γυναίκα, στον άνδρα ή και στους δύο.

Γυναικείος παράγοντας

Η υπογονιμότητα στη γυναίκα είναι συνήθως αυτή που διερευνάται πιο ενδελεχώς κατά τις διαδικασίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και συχνά είναι ο κύριος παράγοντας. Αυτό συμβαίνει γιατί ο ρόλος της γυναίκας είναι διπλός: συνεισφέρει το ωάριο, το οποίο μαζί με το σπερματοζωάριο δημιουργούν το έμβρυο και συνεισφέρει και το περιβάλλον γονιμοποίησης και κύησης, δηλαδή τη μήτρα και υπόλοιπα εσωτερικά γενετικά όργανα, που φιλοξενούν το αναπτυσσόμενο έμβρυο. Έτσι, παθολογία σε αυτούς τους παράγοντες μπορεί να οδηγήσει σε υπογονιμότητα. p>

Τα συχνότερα αίτια υπογονιμότητας στη γυναίκα είναι:

Αυτό το σύνολο παθήσεων περιλαμβάνει τις συχνότερες αιτίες υπογονιμότητας για τις γυναίκες, οι οποίες επηρεάζουν τη λειτουργία των ωοθηκών. Συνήθως, εκτός της υπογονιμότητας, εμφανίζονται και με διαταραχές περιόδου:

  • Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (πολυκυστικές ωοθήκες): μία από τις συχνότερες ενδοκρινικές διαταραχές, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών μπορεί να προκαλέσει διαταραχές του κύκλου και υπογονιμότητα
  • Πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια: γνωστή και ως ωοθηκική ανεπάρκεια ή πρόωρη εμμηνόπαυση, η πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια είναι σχετικά σπάνια αλλά μπορεί να εμφανιστεί είτε εξαιτίας γενετικών ή επίκτητων παραγόντων και να οδηγήσει σε διαταραχές κύκλου και υπογονιμότητα.

Η αναπαραγωγική λειτουργικότητα των ωοθηκών πρέπει να εκτιμάται από ειδικό Γυναικολόγο Αναπαραγωγής. Στην EmbryoClinic παρέχουμε ενδελεχείς εξετάσεις γονιμότητας, όπως υπέρηχο γονιμότητας, μέτρηση ΑΜΗ κλπ, οι οποίες ελέγχουν την καταλληλόλητα όλου του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος και προσδιορίζουν την πιο ταιριαστή μέθοδο υποβοηθούμενης γονιμοποίησης για την δική σας περίπτωση (έλεγχος γονιμότητας γυναίκας).

Προηγούμενες φλεγμονές ή χειρουργεία στην κοιλιακή και πυελική χώρα μπορεί να οδηγήσουν στη δημιουργία συμφύσεων, οδηγώντας σε κλειστές σάλπιγγες. Η εκτίμηση της βατότητας των σαλπίγγων μπορεί να πραγματοποιηθεί με συμβατική υστεροσαλπιγγογραφία ή με HyFoSy, τη νεότερη μέθοδο ανώδυνης σαλπιγγογραφίας (έλεγχος γονιμότητας γυναίκας). Σε περίπτωση συμφύσεων, η ελάχιστα επεμβατική χειρουργική γονιμότητας, μπορεί να αντιμετωπίσει άμεσα το υποκείμενο πρόβλημα και να αποκαταστήσει τη φυσιολογική ανατομία και λειτουργία (χειρουργική γονιμότητας).

Ένα σύνολο παθήσεων οι οποίες επηρεάζουν την ανατομία ή/και τη λειτουργικότητα της μήτρας και ενδεχομένως δυσκολεύουν την εμφύτευση και την ανάπτυξη του εμβρύου. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση πολλαπλών ή επαναλαμβανόμενων αποβολών. Μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Ινομυώματα μήτρας: γνωστοί και ως λειομυώματα, είναι πολύ συχνοί καλοήθεις όγκοι της μήτρας, οι οποίοι, ανάλογα με το μέγεθος και τη θέση τους στη μήτρα, μπορεί να οδηγούν σε αδυναμία εμφύτευσης του εμβρύου και σε αποβολές.
  • Αδενομύωση: καλοήθης πάθηση η οποία περιλαμβάνει ανάπτυξη έκτοπου ιστού όμοιου με το ενδομήτριο (την εσωτερική στιβάδα της μήτρας) μέσα στο μυϊκό τοίχωμα της μήτρας. Αυτή η κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα πόνου, αλλά και να επηρεάσει την δεκτικότητα της μήτρας στην εμφύτευση του εμβρύου και τη λειτουργικότητά της κατά την κύηση και τον τοκετό. Ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν χειρουργικά (Χειρουργική γονιμότητας).
  • Συγγενείς ανωμαλίες μήτρας: πρόκειται για καλοήθεις παραλλαγές της φυσιολογικής ανατομίας της μήτρας, οι οποίες δημιουργούνται κατά την εμβρυική ηλικία και περιλαμβάνουν πολλούς υποτύπους, με συνηθέστερους τη δίκερο μήτρα και τη διαφραγματοφόρο (διάφραγμα μήτρας). Οι ανωμαλίες αυτές έχουν συσχετιστεί με αδυναμία εμφύτευσης του εμβρύου και αποβολές. Η φυσιολογική ανατομία μπορεί να αποκατασταθεί με επεμβατική υστεροσκόπηση (Χειρουργική γονιμότητας).

Πρόκειται για μία πολύ συχνή πάθηση, η οποία μπορεί να εμφανίζεται ακόμη και στις μισές γυναίκες με υπογονιμότητα. Πέρα από τα ενοχλητικά κλινικά συμπτώματα ενδομητρίωσης, όπως τον κυκλικός πόνος, πόνος κατά την ούρηση, αφόδευση ή τη σεξουαλική επαφή, η ενδομητρίωση έχει και σημαντικό αντίκτυπο στη γονιμότητα με πολλούς μηχανισμούς:

  • Άμεση επίδραση στη λειτουργία των ωοθηκών, με επιρροή στην αύξηση και στο μέγεθος των ωοθυλακίων αλλά και στον διαθέσιμο αριθμό αυτών εάν η νόσος έχει τη μορφή του ενδομητριώματος (ενδομητρίωση στην ωοθήκη).
  • Έμμεση επίδραση στη λειτουργία των ωοθηκών με αύξηση του οξειδωτικού στρες και των παραγόντων φλεγμονής στο μικροπεριβάλλον της ωοθήκης.
  • Επίδραση στη λειτουργία των σαλπίγγων με πρόκληση δυσλειτουργίας του επιθηλίου τους αλλά και με τη δημιουργία συμφύσεων, οδηγώντας σε ανάπτυξη υδροσάλπιγγας.
  • Επίδραση στη λειτουργία του σπέρματος και στη γονιμοποίηση.
  • Επίδραση στην εμφύτευση του εμβρύου, μέσω αλλοίωσης των απαραίτητων παραγόντων και μηχανισμών.

Η υπογονιμότητα αλλά και τα κλινικά συμπτώματα της ενδομητρίωσης μπορούν να αντιμετωπιστούν χειρουργικά με ελάχιστα επεμβατική χειρουργική γονιμότητας (Χειρουργική γονιμότητας).

Οι ορμόνες ρυθμίζουν πολλές λειτουργίες του ανθρωπίνου σώματος και σε αυτές συμπεριλαμβάνεται και η αναπαραγωγική λειτουργία. Οι ορμόνες τις αναπαραγωγής, όπως η FSH, LH, οιστρογόνο και προγεστερόνη αλλά και οι ορμόνες του θυρεοειδούς, η προλακτίνη και οι ορμόνες του υποθαλάμου παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη γονιμότητα. Οι ενδελεχείς εξετάσεις γονιμότητας περιλαμβάνουν απαραίτητα ορμονικό έλεγχο (έλεγχος γονιμότητας γυναίκας).

Πολλές αυτοάνοσες παθήσεις μπορεί να επιδρούν είτε άμεσα είτε έμμεσα στην αναπαραγωγική λειτουργία και να επηρεάζουν τη γονιμότητα. Τέτοιες παθήσεις είναι ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η αυτοάνοση θυροειδίτιδα Hasimoto, η κοιλιοκάκη κλπ.

Πολλοί γενετικοί ή/και συγγενείς παράγοντες μπορεί να οδηγήσουν, είτε από μόνοι τους, είτε συνδυαστικά με επίκτητους παράγοντες στην εμφάνιση υπογονιμότητας. Συγκεκριμένα σύνδρομα που σχετίζονται με απουσία ή υποπλασία τμήματος ή όλων των εσωτερικών γενετικών οργάνων (σύνδρομο Mayer-Rokitansky-Küster-Hauser), ή σύνδρομα που σχετίζονται με δυσλειτουργία των ωοθηκών (σύνδρομο Turner) η ακόμη και γενετικές μεταλλάξεις εκτός συγκεκριμένων συνδρόμων μπορούν να έχουν επίδραση στη γονιμότητα.

Οι πιο ήπιες περιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν στα πλαίσια της υποβοηθούμενης γονιμοποίησης (In Vitro Fertilisation/Intra-Cytoplasmic Sperm Injection (IVF/ICSI)), ωστόσο ακόμη και πιο σοβαρές περιπτώσεις μπορούν να τα καταφέρουν με τις πιο εξελιγμένες τεχνικές της δωρεάς ωαρίων και της παρένθετης μητρότητας.

Όπως και κάθε άλλη πάθηση, έτσι και η υπογονιμότητα μπορεί να επιδεινωθεί από ορισμένους παράγοντες του περιβάλλοντος αλλά και του τρόπου ζωής:

  • Ακραίες τιμές σωματικού βάρους και σχετιζόμενες νόσοι (παχυσαρκία, νευρογενής ανορεξία, βουλιμία κλπ).
  • Υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.
  • Κάπνισμα και χρήση λοιπόν προϊόντων καπνού.
  • Κατάχρηση ουσιών.
  • Έκθεση σε χημικά, βαρέα μέταλλα, φυτοφάρμακα κλπ.
  • Συχνή έκθεση σε ακτινοβολία.

Μικρές αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορεί να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στη γονιμότητα (συμβουλές γονιμότητας), ενώ μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις μπορούν να προσφέρουν μια επιπλέον βοήθεια στα πλαίσια της θεραπείας γονιμότητας (ολιστική προσέγγιση).

Σε πολλές περιπτώσεις η γονιμότητα επηρεάζεται στα πλαίσια κάποιας άλλη πάθησης ή εξαιτίας της απαραίτητης θεραπείας αυτής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν η λήψη χημειοθεραπείας ή/και ακτινοθεραπείας στα πλαίσια αντιμετώπισης του καρκίνου ή οι χειρουργικές πράξεις (αφαίρεση μήτρας, ωοθηκών κλπ) οι οποίες επιδρούν καθοριστικά στη γονιμότητα. Σε αυτές τις περιπτώσεις συστήνεται η προσέλευση στην κλινική αναπαραγωγής, η συμβουλευτική από Γυναικολόγο γονιμότητας και η πρόληψη μέσω κρυοσυντήρησης ωαρίων.

Ανδρικός παράγοντας

Ο ανδρικός παράγοντας στην υπογονιμότητα μπορεί να συνεισφέρει στην παρατηρούμενη υπογονιμότητα έως και στο 50% των περιπτώσεων, ενώ μπορεί να είναι το κύριο αίτιο έως και στο 30% των περιπτώσεων. Έτσι, ο επιμελής έλεγχος του ανδρικού παράγοντα είναι καθοριστικής σημασίας για τη συνολική επιτυχία του ζευγαριού και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των εξετάσεων γονιμότητας.

Η υπογονιμότητα στον άνδρα εμφανίζεται με διαταραχές στην ποσότητα του σπέρματος (ολιγοσπερμία ή ακόμη χειρότερα αζωοσπερμία), στην κινητικότητά του (ασθενοσπερμία, δηλαδή αδύναμο σπέρμα), στη μορφολογία (τερατοσπερμία) ή συνδυασμό αυτών των διαταραχών (πχ ολιγοασθενοσπερμία, δηλαδή χαμηλό αδύναμο σπέρμα κλπ). Οι διαταραχές αυτές διαγιγνώσκονται με σπερμοδιάγραμμα.

Πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση υπογονιμότητας στον άνδρα και μπορεί να αφορούν ιατρικά προβλήματα, παράγοντες του περιβάλλοντος και συνήθειες και τρόπο ζωής:

  • Κιρσοκήλη: μία παθολογική διόγκωση των φλεβών του όρχεος. Αποτελεί τη συχνότερη, αναστρέψιμη αιτία ανδρικής υπογονιμότητας, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε επηρεασμένη ποσότητα και ποιότητα σπέρματος. Η κιρσοκήλη αντιμετωπίζεται εύκολα από εξειδικευμένο Ανδρολόγο.
  • Μεταβολικές διαταραχές, πχ διαβήτης, παχυσαρκία. Στα πλαίσια των ευρύτερων επιδράσεων στο σώμα, τέτοιες παθήσεις μπορεί να επηρεάσουν και την ανδρική γονιμότητα.
  • Ανατομικές ανωμαλίες του ανδρικού αναπαραγωγικού συστήματος, συγγενείς ή επίκτητες μπορεί να οδηγήσουν σε αρνητικές επιδράσεις στην παραγωγή αλλά και μεταφορά του σπέρματος κατά την εκσπερμάτηση:
    • Απόφραξη ης σπερματικής ροής (οποιοδήποτε επίπεδο από τον όρχι στην ουρήθρα).
    • Κρυψορχία
    • Ελλείματα – ανωμαλίες σε μικρά σωληνάρια μεταφοράς (συσχέτιση με τραύμα, φλεγμονή κλπ).
  • Ορμονικές διαταραχές, όπως μειωμένη Τεστοστερόνη και δυσλειτουργία ενδοκρινών αδένων, όπως δυσλειτουργία υποθαλάμου, υπόφυσης, επινεφριδίων ή/και θυρεοειδούς αδένα (ορμονικός έλεγχος).
  • Γενετικές ανωμαλίες: σύνδρομο Klinefelter, σύνδρομο Kallmann, Κυστική Ίνωση, μικρο-ελλείψεις στο χρωμόσωμα Y και άλλες γενετικές ανωμαλίες μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την ανδρική γονιμότητα (γενετικός έλεγχος).
  • Καλοήθεις ή κακοήθεις όγκοι, είτε του ανδρικού αναπαραγωγικού συστήματος, είτε οργάνων που σχετίζονται με τη γονιμότητα, όπως υποθάλαμος, υπόφυση, επινεφρίδια ή/και θυρεοειδής αδένας.
  • Παράγοντες ατομικής υγείας και τρόπου ζωής έχουν μεγάλο αντίκτυπο στη σπερματογένεση και την ποιότητα του σπέρματος. Συγκεκριμένα, αρνητική επίδραση μπορεί να ασκήσουν τα ακόλουθα:
    • Κάπνισμα (ακόμα και παθητικό).
    • Παχυσαρκία.
    • Κατάχρηση ουσιών (πχ κάνναβη, κοκαΐνη, αναβολικά στεροειδή).
    • Κατανάλωση αλκοόλ.
    • Λοιμώξεις: λοίμωξη ανδρικών γεννητικών οργάνων (επιδιδυμίτιδα, ορχίτιδα κλπ), Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα (ιός HIV, γονόρροια, χλαμύδια κλπ) και λοίμωξη SARS CoV 2 (COVID-19) έχει δειχτεί πως επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα του σπέρματος, οδηγώντας σε παθολογικά ευρήματα στο σπερμοδιάγραμμα.
    • Προβλήματα κατά τη σεξουαλική επαφή. Αν και μπορεί τέτοια προβλήματα να υπάρχουν ανεξάρτητα από τη γονιμότητα, μπορεί να υποδεικνύουν κάποια κοινή υποκείμενη διαταραχή, η οποία να επηρεάζει τόσο τη σεξουαλική λειτουργία, όσο και τη γονιμότητα και πρέπει να διερευνώνται:
      a. Παλίνδρομη εκσπερμάτιση
      b. Στυτική δυσλειτουργία
      c. Πρόωρη εκσπερμάτιση
      d. Επώδυνη συνουσία
      e. Ψυχοσεξουαλικές διαταραχές
    • Ανοσολογικές διαταραχές, όπως αντι-σπερματικά αντισώματα, κοιλιοκάκη κλπ.
    • Φάρμακα: χημειοθεραπεία, θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης, αναβολικά στεροειδή, ορισμένα φάρμακα, πχ αντιαρθριτικά μπορούν να επηρεάσουν την ανδρική γονιμότητα.
    • Ιστορικό χειρουργείων στην πύελο (πχ εγχείρηση στους όρχεις, προστατεκτομή) και μεγάλων χειρουργείων κοιλίας μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση ανδρικής υπογονιμότητας, καθώς υπάρχει ενδεχόμενο τραυματισμού και επίδρασης στη λειτουργία του ανδρικού αναπαραγωγικού συστήματος.
    • Διάφοροι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν την σπερματογένεση και την ποιότητα του σπέρματος, όπως:
      • Έκθεση σε χημικά (πχ ζιζανιοκτόνα, διαλύτες με βάση το βενζόλιο, βαφές).
      • Έκθεση σε βαρέα μέταλλα (πχ μόλυβδος).
      • Έκθεση σε ακτινοβολία ή/και ακτινοθεραπεία.
      • Αύξηση της θερμοκρασίας ή/και πίεσης (καθιστή θέση για πολλές ώρες, στενά ρούχα, συχνή ποδηλασία κλπ) μπορεί να επηρεάσουν την ανδρική γονιμότητα.

Στοχευμένες αλλαγές στις συνήθειες και τον τρόπο ζωής μπορεί να βελτιώσουν τη γονιμότητα. Μάθετε περισσότερα στις «Καλές συνήθειες γονιμότητας».